Η παιδική ζωή με την οικογένεια ΙΙΙ - Η μάννα μου


 Με την μάννα μου στην αυλή του πάνω σπιτιού στο Καζαβήτι κάτω από την καϊσιά.

Την μάννα μου την θυμάμαι πάντα χαμογελαστή και πάντα καθησυχαστική να προσπαθεί πάντα να με νουθετήσει με καλό τρόπο χωρίς φωνές, χωρίς ξύλο, χωρίς τιμωρίες για τις παιδικές μου ζαβολιές και ιδιοτροπίες. Η προτροπή «φάε αγόρι μου» ήταν μόνιμη γιατί δεν ήμουν ούτε φαγανός ούτε και ιδιαίτερα ζωηρός και έκανε ότι μπορούσε για να μη μείνω νηστικός όταν το φαγητό δεν ήταν της αρεσκείας μου. Εκανε ότι μπορούσε για να ηρεμεί τον πατέρα μου όταν φούντωνε με τα κατορθώματά μου και πάντα με ηρεμούσε λέγοντάς μου ότι «θα το πώ στον μπαμπά σου» αν δεν κάνεις αυτό ή εκείνο.

Ηταν πάντα αγχωμένη που ήμουν αρρωστιάρης και δεν κοιμόταν τα βράδια να ακούει την αναπνοή μου που συνήθως ήταν προβληματική.  Πολύ κλειστός χαρακτήρας, αφοσιωμένη στην οικογένειά της, χωρίς πολλά πολλά παραπανίσια, σε συγκατοίκηση με την δύσκολη και απόλυτη κουνιάδα της. Το καταφύγιό μου σε κάθε περίπτωση που μου έκανε όλα τα χατήρια και τις χάρες. Σε αντίθεση με τον πατέρα μου που ποτέ δεν ένοιωσα άνετα μαζί του, με την μάννα μου δεν είχα πρόβλημα. Ποτέ δεν θα έλεγε κάτι που θα με πλήγωνε, που θα με έκανε να νοιώσω άβολα, σε αντίθεση με τον πατέρα μου που χωρίς να μου μιλάει άσχημα, φοβόμουν ότι κάτι θα μου πεί, κάτι θα εννοήσει, κάτι που θα με προβληματίσει. Ηταν ο καλός της οικογένειας όταν οι άλλοι, χωρίς να είναι κακοί, έπαιζαν τους «κακούς» για να με συνετίσουν και να με βάλουν στον σωστό δρόμο.

Δεν θυμάμαι πολλές φορές να κουβέντιασα με την μάννα μου γιατί ποτέ δεν την θυμάμαι να κάθεται. Πάντα κάτι θα έπρεπε να κάνει. Αν εξαιρέσεις τα ξύλα που ανέβαζε ο πατέρας μου και η επιτήρηση της σόμπας, και κάποιες φορές ορισμένα ψώνια, όλα τα υπόλοιπα στο σπίτι ήταν δική της δουλειά. Από τα χαράματα μέχρι και την νύχτα ποτέ δεν καθόταν, και όταν και αν υπήρχε κάποιος χρόνος διαθέσιμος θα έπρεπε να επισκεφτεί την γιαγιά Μαρία και τις αδελφές της Σωτηρία και Χρυσούλα, συνήθως κουβαλώντας και μένα μαζί της. Στο μάζεμα των ελιών ακολουθούσε φυσικά τον πατέρα μου, ο κήπος στο χωριό ήταν συνήθως δική της υπόθεση, ο κήπος στις Καλύβες επίσης και συνήθως ο κήπος στον κλήρο τα τελευταία χρόνια κοινή υπόθεση γιατί ήταν μακριά για να τον αναλάβει μόνη της. Το καθημερινό φαγητό και των πέντε μελών της οικογένειας συνήθως το έκανε εκείνη γιατί η θεία Αννα ξημεροβραδιαζόταν στο ραφείο, εκτός σπάνιων εξαιρέσεων που η Αννα έβρισκε σπάνιες λιχουδιές που έτρωγε μόνη της όπως οι σαλιάκοι που εγώ δεν ήθελα ούτε να τους δώ. Το μαγείρεμα απαιτούσε φωτιά με ξύλα στο τζάκι, τότε δεν υπήρχε τίποτα ηλεκτρικό και το γκάζι δεν είχε έρθει ακόμα. Αντε καμιά γκαζιέρα ή κανένα καμινέτο για τα πρόχειρα αλλά χωρίς την φωτιά τίποτα δεν μπορούσε να γίνει.

Φυσικά δεν ήταν μόνο το φαγητό αλλά τότε δεν υπήρχαν πλυντήρια και το πλύσιμο των ρούχων δεν ήταν απλή υπόθεση. Εμπαινε καζάνι στην αυλή και υπήρχε σκάφη και λεγένη για το πλύσιμο. Και καλά στις Καλύβες υπήρχε νερό στο σπίτι αλλά στο χωριό έπρεπε να κουβαληθεί από μακριά. Οι κατσίκες και οι κότες, όταν υπήρχαν, ήταν και αυτές δική της δουλειά, το γάλα και το τυρί ήταν δική της παραγωγή, όπως οτιδήποτε προερχόταν από τον κήπο που εκτός από το εβδομαδιαίο συνήθως πότισμα είχε και καθημερινή φροντίδα. Εκτός των άλλων βέβαια και η δική μου επίβλεψη ήταν στα δικά της καθήκοντα αλλά τα ραψίματα, τα μπαλώματα, τα κεντήματα και όλες οι μικροδουλειές του νοικοκυριού έπρεπε να περάσουν από τα χέρια της. Ποτέ δεν την άκουσα να πεί την λέξη «κουράστηκα» και ας ήταν πεθαμένη στην κούραση.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Περί βάσεων και εισακτέων...

Το σπίτι στις Καλύβες

Ο γείτονας... όπως εγώ τον γνώρισα... από μακριά

Το Παπανθιμαίϊκο... σπίτι μέσα από διαχρονικές φωτογραφίες

Στην ουρά ....για 60 ευρώ

Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα

ΕΒΕ : Μπορεί να αλλάξει κάτι στα Πανεπιστήμια;

Η μεγάλη εκδρομή στην πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ

Η απροσδόκητη μάστιγα