Από την Πάτρα... στο Ρίον! (ή αλλοιώς η χρονιά 1970-71)

Κουτσά στραβά το πρώτο έτος της συνδιδασκαλίας και της γενικής θεωρητικής μόρφωσης πέρασε αφού μας έβαλε στο γενικό πνεύμα της φοιτητικής ζωής, μας έμαθε τα κατατόπια της πόλης και οι περισσότεροι το πέρασαν χωρίς σοβαρές απώλειες. Ψάρακες όπως είμασταν, μαθημένοι στο ζυγό από το Γυμνάσιο, δύσκολα ξεφεύγαμε από τα καθιερωμένα και χάφταμε ότι μας έλεγαν. Τότε όμως αντιληφθήκαμε ότι μπήκαμε σε μια σχολή χωρίς καθηγητές και χωρίς κτήρια και απλά εξυπηρετούμασταν από την φυσικομαθηματική σχολή με διαφορετικό προσανατολισμό από αυτόν που θα έπρεπε να έχουμε. Κάπου εκεί άρχισε και ο προβληματισμός…. Τι χρήσιμο θα μάθουμε εδώ που ήρθαμε, που θα το μάθουμε, ποιος θα μας το μάθει; Οι ξύπνιοι οι Αθηναίοι συμφοιτητές μας έβαλαν τα δυνατά τους να πάρουν μετεγγραφή στο Πολυτεχνείο και κάποιοι λίγοι τα κατάφεραν αφήνοντας τους υπόλοιπους να βολοδέρνουν στα ίδια. Το κενό αναπληρώθηκε σε λίγο με μετεγγραφή κάποιων που ήρθαν από το εξωτερικό,  Ιταλία και Αυστρία, αν θυμάμαι καλά. Τα νέα από τους παλιούς, μια και εμείς είμαστε η Τρίτη «φουρνιά» όπως αυτοαποκαλούμαστε, δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, με έκτακτους και επισκέπτες τις έβγαζαν τις χρονιές αλλά η πρώτη «φουρνιά» που μπήκε το 1967 έμπαινε στο τέταρτο έτος και ήταν λιγότεροι από μας τους 40. Τα προκατασκευασμένα ήδη από την προηγούμενη χρονιά είχαν αρχίσει να ζωντανεύουν με σχεδόν όλα τα Εργαστήρια της ΦΜ Σχολής και ευτυχώς υπήρχαν στεγασμένοι εξωτερικοί διάδρομοι και το μόνο πρόβλημα ήταν η μεταφορά στο Ρίο και όχι η κίνηση ανάμεσα στις «παράγκες» όπως τις λέγαμε γιατί μας προστάτευαν από την συχνή βροχή αλλά όχι από τον επίσης συχνό αέρα του χειμώνα. Τα περισσότερα Εργαστήρια της Πολυτεχνικής μάλλον υπολειτουργούσαν χωρίς καθηγητές και μόνο που και πού με κάποιον βοηθό ή Ειδικό Επιστήμονα ή Επισκέπτη Καθηγητή από αλλού. Κάποιες εκλογές Καθηγητών γινόταν αλλά εμείς χαμπάρι δεν παίρναμε.

Το δεύτερο έτος ξεκίνησε για μένα τον Οκτώβριο του 1970 χωρίς υποχρεώσεις από το πρώτο αφού τον Σεπτέμβριο κατάφερα και πέρασα τα απομεινάρια της πρώτης εξεταστικής που θα πρέπει να ήταν δυό μαθήματα αλλά ποια ακριβώς δεν θυμάμαι. Το δεύτερο έτος είχε αλλαγές σε σχέση με το πρώτο και οι συνδιδασκαλίες ελαχιστοποιήθηκαν. Τα περισσότερα μαθήματα έφυγαν από το Παράρτημα και μεταφέρθηκαν στα Προκατασκευασμένα του Ρίου μακριά από το κέντρο, εκτός από τα Μαθηματικά του Ντόκα στο πρώτο εξάμηνο και τις Διαφορικές Εξισώσεις του Τσάγκα στο δεύτερο, την Φυσική του Θεοδοσίου και την Τεχνική Μηχανική του Γούδα που παρέμειναν στο Παράρτημα.  Ηταν η εποχή που η Πυρηνική Τεχνολογία θεωρούνταν το μέλλον στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και έτσι νωρίς νωρίς βρήκαμε την Πυρηνική Φυσική μπροστά μας με τον πρώτο τακτικό Καθηγητή της Σχολής άρτι αφιχθέντα από την Γαλλία, τον Κωσταντίνο Σύρο. Από την Φυσικομαθηματική Σχολή είχαμε και άλλο ένα θεωρητικό κατά τα άλλα μάθημα την Μεταλλογνωσία με τον Πανάγο που γινόταν στο Ρίο μια που το Εργαστήριό του ήταν στο Ρίο. Τότε ήταν που ήρθαμε σε επαφή με την μοντέρνα τεχνολογία με το μάθημα Υπολογιστικές Μηχανές που το φορτώθηκε ο Ρηγόπουλος από την ΦΜΣ γιατί άλλος δεν βρέθηκε. Όχι τίποτα πρακτικό μια και ο υπολογιστής ήταν άγνωστο είδος ακόμα, θεωρία δυαδικών αριθμών (0 και 1) και κάποια περιγραφή αντικειμένων που έβλεπες σε …. Φωτογραφίες! Δυστυχώς μετά το πρώτο μάθημα …χάσαμε τον Σύρο που δεν τον ξαναείδαμε ποτέ ως φοιτητές και το μάθημα της Πυρηνικής Φυσικής το φορτώθηκε ο Ρηγόπουλος ελλείψει άλλου, αλλά ευτυχώς είχαμε βοηθό τον Βασίλη Οικονόμου, γιό της σπιτονοικοκυράς μου που ταυτόχρονα γράφτηκε και φοιτητής από κατάταξη στο τμήμα μας! Το πρόγραμμα του Β έτους εκτός των Αγγλικών από τα οποία απαλλάχτηκα πάλι νομίζω, είχε και το πρώτο σοβαρό μάθημα ειδικότητας, την Γενική Ηλεκτροτεχνία που το έκανε ο Καθηγητής Γιώργος Κοκκινάκης που διορίστηκε πρόσφατα ως έκτακτος Καθηγητής στην Πολυτεχνική Σχολή στην έδρα της Ενσύρματης Τηλεπικοινωνίας.

Τα Μαθηματικά του Ντόκα δεν διέφεραν πολύ από τις θεωρητικούρες που είχαμε αντιμετωπίσει στο πρώτο έτος αλλά στο δεύτερο εξάμηνο στις Διαφορικές Εξισώσεις ο Τσάγκας ήταν λαμπρός δάσκαλος. Σοβαρός και μεθοδικός αλλά και προσγειωμένος στην πραγματικότητα των μηχανικών μας έκανε να κρεμόμαστε από τα χείλη του, να καταλαβαίνουμε και να αφομοιώνουμε εύκολα την ύλη με αποτέλεσμα να μαθαίνουμε εύκολα αυτά που έπρεπε. Ο Θεοδοσίου ήταν ο γνωστός του πρώτου έτους με τις λεπτομέρειες στις υποσημειώσεις και τις ερωτήσεις παγίδες που προσωπικά με απωθούσε με αποτέλεσμα να χάσω το μάθημα με τέσσερα και τον Σεπτέμβριο και να το μεταφέρω στο Τρίτο έτος. Θα πρέπει να υπήρχε και εργαστήριο αλλά το πέρασα. Ο Γούδας δεν ήταν κακός δάσκαλος αλλά ήταν πολυάσχολος και σπάνια τον βλέπαμε αλλά βλέπαμε πολύ τους βοηθούς του, κυρίως τον Γιώργο Καραχάλιο που ήταν εξαιρετικός με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίσω μεν σοβαρά προβλήματα αλλά δεν μου έμειναν και πολλά πράγματα. Ο Πανάγος ήταν αυστηρός, τυπικός και απρόσιτος της γερμανικής σχολής, καθηγητής της Γεωλογίας, το μάθημα δεν ήταν ενδιαφέρον και κουτσά στραβά το πέρασα. Ο Ρηγόπουλος έκανε αγγαρεία, προσπαθούσε να κάνει καλό μάθημα, αλλά το στυλ του και η χαμηλής έντασης φωνή του δεν με τραβούσαν στην παρακολούθηση.

Το μάθημα της Γενικής Ηλεκτροτεχνίας ήταν μια άλλη, εντελώς διαφορετική περίπτωση. Το βλέπαμε σαν το μόνο χρήσιμο μάθημα που έπρεπε πάσει θυσία να το χωνέψουμε γιατί το θεωρούσαμε σαν βάση για τα υπόλοιπα μαθήματα ειδικότητας. Το μάθημα εκτός της Θεωρίας είχε Φροντιστήριο και Εργαστήριο με βαρύ φορτίο. Κάθε βδομάδα έπρεπε να λύσουμε και να παραδώσουμε μια σειρά ασκήσεων και να κάνουμε μια εργαστηριακή άσκηση ηλεκτρικών κυκλωμάτων. Ο καθηγητής ήταν ορεξάτος και απαιτητικός, με γερμανική νοοτροπία, με δύο βοηθούς που ήταν μηχανικοί στην ΔΕΗ και ερχόταν μόνο απόγευμα και στο εργαστήριο βοηθούσαν και επέβλεπαν τεταρτοετείς φοιτητές με την επίβλεψη των δυό βοηθών. Εκεί ήρθαμε σε επαφή με την γερμανική νοοτροπία στην τεχνική εκπαίδευση και μάθαμε ότι ο μηχανικός πρέπει να ενεργεί γρήγορα και σωστά. Και εάν στο εργαστήριο και το φροντιστήριο είχες χρόνο να ετοιμαστείς, στις εξετάσεις δεν είχες καθόλου. Η εμπειρία της πρώτης εξέτασης προόδου ήταν το κάτι άλλο. Πρώτη φορά γράφαμε εξέταση με ανοιχτά βιβλία και βοηθήματα και …τα χρειαστήκαμε κανονικά! Τα θέματα ήταν γνωστά γιατί ήταν παρόμοια με εκείνα των φροντιστηριακών ασκήσεων αλλά οι πράξεις βουνό ατελείωτο και φυσικά χωρίς κομπιουτεράκια που δεν είχαν ακόμα ανακαλυφθεί. Υπήρχε μόνο ο λογαριθμικός κανόνας που έπρεπε να τον παίζεις στα δάκτυλα αλλά και πάλι δεν προλάβαινες να σκεφτείς. Ούτε συζήτηση να ανοίξεις σημειώσεις και βιβλία και να ψάξεις την ώρα της εξέτασης. Επρεπε να ξέρεις πως θα λύσεις τις ασκήσεις, να κάνεις γρήγορα πράξεις, να μην κάνεις λάθη αντικατάστασης άντε να κάνεις κάποιο λάθος αριθμητικής πράξης το πολύ για να έχεις ελπίδα να περάσεις με πέντε! Είχε και μια άσκηση άγνωστη που χρειαζόταν αντίληψη και όχι πράξεις ή χρόνο αλλά μόνο αυτή δεν σε περνούσε αλλά σε έκανε να ξεχωρίσεις από τους άλλους αν κατάφερνες να λύσεις σωστά και μια άλλη για την οποία έφτανε ο χρόνος αν ήσουν κατάλληλα προετοιμασμένος. Τα αποτελέσματα της προόδου καταστροφικά για ένα τμήμα που δεν έχανε ούτε μία παράδοση, διάβαζε πολύ, παρέδιδε φροντιστηριακές ασκήσεις και είχε καλούς φοιτητές. Ένα 7, δύο 5, μερικά 4 και από κεί και πέρα το χάος. Φυσικά το πάθημα έγινε μάθημα και ανάλογα προσαρμοστήκαμε οπότε στις εξετάσεις τα πήγαμε πολύ καλύτερα.

Κατά τα άλλα η ζωή δεν άλλαξε ιδιαίτερα, μάλλον πιο δύσκολη έγινε γιατί οι μετακινήσεις στο Ρίο ήταν καθημερινές αλλά υπήρχε η ευκολία της αφετηρίας όσον αφορά εμένα μια που έβρισκα το λεωφορείο έξω από την πόρτα μου και ποτέ δεν το έχανα. Το φαγητό και οι συνήθειές του δεν άλλαξαν, κάπως πιο ακανόνιστες έγιναν, στο Ρίο δεν υπήρχε εστιατόριο ούτε καν κυλικείο και γενικά ένα αρκετά μεγάλο μέρος του χρόνου το τρώγαμε στο λεωφορείο όπου μπαινόβγαιναν κυρίως κάποιοι βιολόγοι, χημικοί και φυσικοί που είχαν εργαστήρια στα Προκατασκευασμένα του Ρίου. Οι Γραμματείες θα πρέπει να βρισκόταν μάλλον στο κτίριο Διοίκησης των Προκατασκευασμένων ενώ θυμάμαι καλά ότι στο Ρίο υπήρχαν δύο μικρά Αμφιθέατρα, το Σχεδιαστήριο και το Εργαστήριο του Κοκκινάκη όπου κάναμε Ηλεκτροτεχνία. Το λεωφορείο δεν ήταν ιδιαίτερα συχνό και πολύ εύκολα γέμιζε με τις τελευταίες στάσεις στην έξοδο της Πάτρας να αφήνουν έξω κόσμο παρά το ανηλεές πάστωμα. Περι διασκέδασης ούτε λόγος, μόνο τα Σαββατοκύριακα κανένα σινεμά ή καμιά βόλτα στο μώλο της Αγίου Νικολάου όταν το επέτρεπαν οι εργασίες που είχαμε να παραδώσουμε την επόμενη βδομάδα. Φυσικά τα Σαββατοκύριακα οι Αθηναίοι συνήθως εξαφανιζόταν και επέστρεφαν από Δευτέρα ενώ οι βορειοελλαδίτες που αποκτήσαμε το παρατσούκλι Θεσσαλονικείς στριφογυρίζαμε εδώ και εκεί περιμένοντας τις διακοπές μεγάλης διάρκειας.

Οι μετακινήσεις από και προς τη Θάσο διευκολύνθηκαν στον μέγιστο δυνατό βαθμό εφόσον υπήρχε λεωφορείο του ΟΣΕ μεταξύ Πάτρας και Θεσσαλονίκης που ταξίδευε νύχτα και βόλευε αφάνταστα σε συνδυασμό με το δρομολόγιο Καβάλας Θεσσαλονίκης και το φέρρυ μπώτ Καβάλας Πρίνου. Ετσι φεύγοντας από Πάτρα νωρίς το βράδυ, με φέρρυ μπώτ Ρίο Αντίρριο, παραλιακά Ιτέα Γαλαξείδι, Αμφισσα, Γραβιά, Μπράλλος, Λαμία και μετά Εθνική καρφί μέσω Λάρισας για Θεσσαλονίκη όπου έφτανες αργά το πρωϊ στο Σταθμό του ΟΣΕ. Από κεί με ταξί στο Πρακτορείο Καβάλας και προς το μεσημέρι στην Καβάλα. Το λιμάνι είναι κοντά, το φέρρυ για Πρίνο έφευγε στις 2 όταν δεν υπήρχε απαγορευτικό, στις 3 και μισή ήσουν στο Λιμάνι του Πρίνου και στις 4 με το λεωφορείο στο σπίτι. Ετσι το συνολικό ταξείδι μειώθηκε σε λιγότερες από 24 ώρες. Συνήθως  δεν είχα χρόνο να περάσω και από την θεία μου στην Καβάλα. Ετσι δεν ξαναχρειάστηκε να φορτωθώ σε φίλους μου και αντιμετώπιζα τα ταξίδια μόνος μου. Τα ταξείδια με άλλους είχαν και τα τυχερά τους για γνωριμίες αλλά ήμουν πολύ μονόχνωτος και δύσκολος στην δημιουργία σχέσεων οπότε η μοναξιά συνεχίστηκε και την χρονιά αυτή. Η επιστροφή από την Θάσο ξεκινούσε το πρωϊ στις 7 και τέταρτο, έφτανες στην Καβάλα γύρω στις 9, έκανες στάση για φαγητό στην θεία, έπαιρνες το λεωφορείο του ΚΤΕΛ νωρίς το απόγευμα και μετά το λεωφορείο του ΟΣΕ αργά το βράδυ για Πάτρα ακολουθώντας την αντίστροφη διαδρομή και αργά το πρωϊ έφτανες στην Πάτρα με συνολική διάρκεια λίγο μεγαλύτερη από 24 ώρες.

Δυστυχώς τα αρχεία των μαθημάτων που δεν τα θεώρησα χρήσιμα (πλήν της Ηλεκτροτεχνίας) δεν τα κράτησα αλλά τα είχα σε μια κούτα με τα μη σημαντικά πράγματα που κατά λάθος ξεχάστηκε στην Πάτρα όταν την εγκατέλειψα οριστικά στα τέλη Αυγούστου του 1986. Αρκετά άλλα αντικείμενα κουβαλήθηκαν στην Καβάλα και την Θάσο, κάπου βρίσκονται καταχωνιασμένα, αλλά δεν είναι διαθέσιμα για έρευνα. Ευτυχώς ανακάλυψα το Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου που είναι ψηφιακό και εκεί μπορείς να βρείς μερικά χρήσιμα πράγματα ώστε να μην κάνεις χοντρά λάθη, αναπόφευχτα λόγω της μνήμης που άλλοτε σιγά και άλλοτε γοργά μας εγκαταλείπει στην αρχή της όγδοης δεκαετίας της ζωής μας. Από το αρχείο του Πανεπιστημίου και η μακέτα με την προβλεπόμενη οργάνωση των κτιρίων των προκατασκευασμένων εκείνης της εποχής.Φυσικά σήμερα η περιοχή έχει αλλάξει τελείως


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το εξάμηνο του Πολυτεχνείου (Α εξάμηνο του 1973-74)

Διοίκηση ...χωρίς γραφείο

Η καπναποθήκη Meyer

Στο καμίνι της Θεσσαλονίκης

Μόνοι... στο σπίτι

Πριν από 55 χρόνια...

Το πρώτο βήμα

Στο Τζαμί