Η παιδική ζωή με την οικογένεια ΙV - Ο παππούς, η γιαγιά και η θεία Αννα
Η θεία Αννα συνήθως ήταν πάντα μαζί μας εκτός και πήγαινε στην Καβάλα με την γιαγιά μου στο σπίτι της Καβάλας που η ίδια είχε αγοράσει στις αρχές της δεκαετίας του 50 με τον κόπο της από την ραπτική. Στο σπίτι αυτό έμεναν πάντα οι δυό θείες μου Αλεξάνδρα και Ευδοκία, η δεύτερη με τον γιό της τον ξάδερφό μου τον Ηλία. Οσο η γιαγιά μου ήταν στα καλά της πήγαιναν τον χειμώνα και κάθονταν για αρκετές βδομάδες. Τα καλοκαίρια χωρίζαμε τα τσανάκια μας όταν πηγαίναμε στο Καζαβήτι για τις καλοκαιρινές διακοπές. Οι γονείς μου και εγώ ανεβαίναμε μόλις έκλεινε το σχολείο και κατεβαίναμε πριν ανοίξει στα τέλη Σεπτεμβρίου ενώ εκείνες έμεναν κανένα μήνα ακόμα ως τα τέλη Οκτωβρίου.
Δούλευε πάντα μέχρι αργά στο ραφείο όπου είχε αρκετή δουλειά και από τα χέρια της πέρασαν σχεδόν όλες οι κοπέλλες του χωριού που ενδιαφερόταν να μάθουν την τέχνη της ραπτικής. Από τα χέρια της πέρασαν αρκετά χρήματα που επενδύθηκαν στην αγορά του σπιτιού στην Καβάλα. Δεν ήταν τυχερή στην ζωή της, ακολούθησε τον έρωτα της ζωής της στην Καβάλα, παρά την θέληση των γονιών της, αλλά μετά από πολύ λίγα χρόνια έμεινε χήρα και δεν ξαναπαντρεύτηκε. Σαν μεγαλύτερη αδελφή βοήθησε στην ανατροφή όλων των μικρότερων αδελφών της μέχρι να παντρευτεί και στη συνέχεια πήγε στον Βόλο για να μάθει την ραπτική τέχνη στον φημισμένο μόδιστρο του Βόλου του οποίου μόνο το επώνυμο Τσομπανέλλης έχει μείνει στη μνήμη μου.Η θεία Ευδοκία από μικρή υιοθετήθηκε από την αδελφή του παππού μου Χρυσούδα που ήταν παντρεμένη με τον Τελώνη του Πρίνου, έφυγε μικρή, μερικών ετών για τον Αγιο Ιωάννη του Πηλίου, παντρεύτηκε αλλά χώρισε και μετά τον θάνατο των θετών της γονιών επέστρεψε στον Πρίνο και μετά με την άλλη αδελφή της, ανύπαντρη κι αυτή έμειναν στην Καβάλα στα μέσα της δεκαετίας του 50. Η Αννα ανέλαβε την επιμέλεια των γονιών της έχοντας δίπλα της μόνο τον πατέρα μου μια και τα άλλα δύο αδέρφια παντρεύτηκαν πριν από αυτόν και ακολούθησαν τις γυναίκες τους.
Ετσι η θεία μου ήταν πάντα μέλος της οικογένειάς μου, όπως την θυμάμαι εγώ από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο γύρω μου. Εκείνη μην έχοντας παιδιά με αγαπούσε πολύ και με είχε υπό την επίβλεψή της μαζί με την γιαγιά μου όταν οι γονείς μου έλειπαν στις ελιές σχεδόν όλη την μέρα. Τότε θυμάμαι ότι περνούσα αρκετές ώρες μαζί τους στο δικό τους δωμάτιο ακούγοντας ιστορίες από την γιαγιά μου που διηγούνταν τα δύσκολα χρόνια των αρχών του αιώνα όταν ως μικρή νύφη πήγε στο σπίτι του πεθερού της ενώ ο παππούς μου Γιώργος έλειπε στην Καβάλα στα καπνεργοστάσια και ερχόταν πίσω αραιά και πού. Πόσες ιστορίες δεν μου διηγήθηκε τότε, αλλά εγώ πολύ λίγα πράγματα θυμάμαι γιατί ήμουν πολύ μικρός. Με τις διηγήσεις της όμως, κάτι σαν παραμύθια αλλά για την σκληρή πραγματικότητα, περνούσε ευχάριστα η ώρα και εγώ ηρεμούσα.
Τον παππού Γιώργο ελάχιστα τον θυμάμαι. Πολύ αμυδρά κάπου το καλοκαίρι του 54 τον θυμάμαι στη σάλα του κάτω σπιτιού στο Καζαβήτι με το μπαστούνι του όταν είχε έρθει για επίσκεψη κάποια εγγονή του, πιθανόν η Μαρία με τους γονείς της για να τον δούν και τον ενόχλησαν οι φωνές μας από τα παιχνίδια μας οπότε σηκώθηκε να μας κυνηγήσει να σωπάσουμε. Κάποια μέρα την άνοιξη του 56 έφυγε και ο παππούς Γιώργος στα 87 και μένα με πήγαν στην γιαγιά Μαρία και όταν επέστρεψα δεν τον βρήκα εκεί και μου είπαν ότι έφυγε. Τον επόμενο χρόνο άρχισα να πηγαίνω και στο σχολείο που ήταν πρωϊ και απόγευμα, οπότε μόνο λίγο τα μεσημέρια για να φάω έβλεπα την γιαγιά μου και το βράδυ πάλι στο φαγητό την θεία μου.
Η θεία μου η Αννα είχε ορισμένες φίλες αλλά είχαμε και αρκετούς συγγενείς από το σόϊ των Παπανθιμαίων, οπότε συχνά με έπαιρνε από το χέρι και τους επισκεπτόμασταν με την πρώτη ευκαιρία να πάρω και γώ λίγο αέρα μαζί με κείνη όταν ήμουν μικρός και εκείνη δεν δούλευε στο ραφείο.
Η γιαγιά και ο παππούς στον κήπο μας στο Καζαβήτι στις αρχές της δεκαετίας του 1950.
Η γιαγιά Μαρούδα και η θεία Αννα στα μέσα της δεκαετίας του 1960.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου