Η παιδική ζωή με την οικογένεια ΙΙ - Ο πατέρας μου

 

Η μόνη φωτογραφία των παιδικών χρόνων που βρήκα μόνο με τον πατέρα μου στις πλάκες της μαγειριάρας μαζεύοντας σύκα.

Τον πατέρα μου δεν θυμάμαι να τον έβλεπα συχνά γιατί πάντα έλειπε στην δουλειά. Όταν ήμουν μικρός δεν θυμάμαι να με πάρει από το χέρι για βόλτα ή να ασχοληθεί για πολύ μαζί μου. Όταν ήταν στο σπίτι συνήθως ήταν κουρασμένος από την καθημερινή δουλειά και το απόγευμα έβγαινε καμιά βόλτα στο καφενείο όπως όλοι οι άντρες της εποχής. Επρεπε να φροντίσει για τα κτήματα της οικογένειας γιατί ήταν ο μόνος άνδρας που είχε μείνει να ασχοληθεί με τα λιόδεντρα σε διάφορα σημεία του Πρίνου (Κλήρος, Αϊ Δημήτρης, Γέννα, Κοτσίνια, Χαρκοπάδικο) και την περιποίησή τους, αλλά και τα χωράφια στην Βάλτα και στου Αϊ Δήμα (ή αλλιώς του Τσάγκα το αμπέλι) που τα έσπερνε με τριφύλλι για τα ζώα, τα σπίτια στο χωριό και τον κήπο τους, κάποτε θυμάμαι ότι είχαμε και αμπέλι στο Κάπουνο! Σπάνιες οι φορές που ήταν στο σπίτι και ασχολιόταν μαζί μου.

Φυσικά στα χάδια και τα χατήρια τον αναπλήρωνε η μάννα μου με το παραπάνω αλλά εγώ λαχταρούσα και το δικό του χάδι, την δική του κουβέντα, την δική του επιβεβαίωση, όπως όλα τα μικρά παιδιά. Από κοντά και οι θείες μου Αννα και Αλεξάνδρα που δεν είχαν δικά τους παιδιά. Τα καλοκαίρια βέβαια που έμενε πιο πολύ στο σπίτι απολάμβανα την συντροφιά του στο Καζαβίτι και τα απογεύματα πάντα θα ανεβαίναμε μαζί στην Πλατάνα από τον κάτω μαχαλά μέχρι να βραδιάσει και να γυρίσουμε. Από εκείνη την εποχή θυμάμαι ότι προσπαθούσε να με βοηθήσει να λύσω κάποια προβλήματα για την αριθμητική της επόμενης τάξης αλλά δεν ήταν το ίδιο καλός με τα σαλιτάρια που ήξερε πώς να τα κάνει και να τα στήνει από πείρα. Ηξερε να γράφει με ένα χαρακτηριστικό τρόπο που αμέσως καταλάβαινα αν έβλεπα κάτι γραμμένο από κείνον και να κάνει τις τέσσερις πράξεις αν και λίγο στην διαίρεση μπερδευόταν αλλά μπορούσε εύκολα να καταλάβει αν έκανε λάθος με βάση το αποτέλεσμα.

Όταν άρχισα να ξεπετάγομαι με έπαιρνε μαζί του όχι για να βγάλω δουλειά αλλά για να βλέπω και να μαθαίνω. Νομίζω περισσότερο για παρέα. Καβάλα στον γάϊδαρο στο σαμάρι αυτός και στα καπούλια εγώ, καταζορίζαμε τον κακομοίρη τον Σκαμπαβία. Ετσι έμαθα να εκτιμώ τους κόπους του και την προσπάθειά του να μας εξασφαλίσει ότι καλύτερο μπορούσε με τα μέσα που διέθετε. Όταν έκρινε ότι μεγάλωσα αρκετά άρχισε να με στέλνει μόνο μου να ψωνίσω συνήθως στο φούρνο του Βουλτσίδη και στο μπακάλικο του θείου μου του Δημητρού που ήταν σχετικά κοντά. Επαιρνα τα λεφτά στο χέρι και ξεκινούσα, στο φούρνο ήταν εύκολο, στο μπακάλικο ξεχνούσα καμιά φορά τι  μου είπαν αλλά κοντά ήταν και ξαναπήγαινα, καμιά φορά το ψωμί ήταν μπαγιάτικο, αλλά η λογική ήταν πάντα «να πάθεις για να μάθεις».

Φυσικά σαν πατέρας ήταν με τον τρόπο του περήφανος και ικανοποιημένος με τον γιό του όταν τον έβλεπε να προοδεύει στο δημοτικό κυρίως που ήμουν μικρός, αλλά ποτέ δεν θυμάμαι να μου το έχει πεί, κατά την γνώμη μου, για να μην πάρουν τα μυαλά μου αέρα. Αν έκανα κάτι στραβό και κυρίως αν δεν έδειχνα σεβασμό στους μεγαλύτερους πάντα χρησιμοποιούσε κατάλληλα τα λόγια του, την έκφρασή του και ποτέ την δύναμή του για να μου δείξει τι είναι το σωστό. Σαν δειλός χαρακτήρας που ήμουν δεν ξέφευγα συνήθως και αν καμιά φορά τεμπέλιαζα σαν παιδί, ήταν εκεί για να μου υπενθυμίζει ότι η αγροτική ζωή είναι ζόρικη και αν δεν ήθελα να γίνω σαν αυτόν θα έπρεπε να διαβάζω και να προσπαθώ περισσότερο.

Όταν άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω, αφού πήγα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού άρχισα να τον ρωτάω και να κουβεντιάζω μαζί του για την ζωή του και τότε λύθηκε η γλώσσα του. Θυμάμαι καλά την ιστορία με τον παππού του, τον πατέρα της γιαγιάς μου, που ήταν μορφωμένος και δάσκαλος. Αυτόν και τον θείο μου Νίκο τους έστειλαν μαζί να τους κάνει μάθημα αρχαίων ελληνικών ο παππούς τους. Κανείς τους δεν ήθελε να πάει αλλά ο πατέρας του θείου Νίκου ήταν στο χωριό ενώ εκείνος του πατέρα μου ήταν καπνεργάτης στην Καβάλα. Ετσι ο μεν θείος μου γκρινιάζοντας μπήκε στο ζυγό και συνέχισε τα μαθήματα γιατί φοβόταν ενώ ο πατέρας μου το έσκασε με την πρώτη ευκαιρία και προτιμούσε τα παιχνίδια από τα μαθήματα όπως ήταν λογικό για ένα παιδί. Αργότερα το μετάνιωσε αλλά ήταν πιά πολύ αργά. Στην οικογένειά μας έδιναν την ευκαιρία της μόρφωσης αλλά έπρεπε να θέλεις να την αρπάξεις. Με το ζόρι τίποτα δεν γίνεται.

Στα νιάτα του έπεσε στην οικονομική κρίση του 1929 και ο παππούς πάτησε τα 60 και επέστρεψε στο χωριό αλλά τα κτήματα πέρασαν στα παιδιά, δηλαδή στον πατέρα μου και στον Τάσο γιατι ο Φίλιππας ήταν μικρός και πήγαινε σχολείο, η Αννα είχε το Ραφείο και η Αλεξάνδρα πολύ μικρή. Τα εισοδήματα της καπνεργασίας εξαφανίστηκαν και οι σκόρπιες ελιές δεν έδιναν εισοδήματα της προκοπής. Ετσι ο πατέρας μου εκτός των αγροτικών εργασιών που εκείνη την εποχή περιοριζόταν στο κλάδεμα, το καθάρισμα και την ελαιοσυλλογή, έπιασε να ξεχερσώσει το χωράφι στου Αϊ Δήμα στο οποίο οφείλω τις άνετες σπουδές μου και να κάνει κάρβουνα από ρίζες δέντρων και κοτσινιών. Απίθανα βαριές δουλειές για ένα παιδί στα 13 του αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να κάνει. Ετσι ψήθηκε στην δουλειά του αγρότη, κουράστηκε πολύ, και δεν ήθελε με τίποτα και ο γιός του να κάνει τα ίδια.

Λόγω της γνωριμίας του με τον διευθυντή του δημοτικού σχολείου με στρίμωξε νωρίς νωρίς στα μαθήματα και φρόντισε, μια που ο Λινάρδος του έλεγε ότι κάνω για γράμματα, να με στριμώξει ακόμα περισσότερο αγκαρεύοντας τον πρωτοξάδερφό του Νίκο να με προετοιμάσει για τα αρχαία του Γυμνασίου. Ταυτόχρονα, χωρίς να με ζορίζει ιδιαίτερα αλλά μέχρι εκεί που μπορούσα να τα καταφέρω, παρά την γκρίνια της μάννας μου, με έβαλε στο νόημα της αγροτικής δουλειάς ώστε να ξέρω τι με περιμένει αν δεν αφοσιωθώ στα γράμματα. 

Από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού στις διακοπές των Χριστουγέννων ακολουθούσα στις ελιές ως βοηθός της μάννας μου για τις ελαφριές δουλειές αλλά πρακτικά για παρέα αφενός και αφετέρου για να βλέπω τι τραβούσανε κάθε μέρα. Κατέβαινα με τα πόδια όταν ο καιρός ήταν καλός μόλις ζέσταινε για τα καλά ο ήλιος, τρώγαμε μαζί στην εξοχή, και μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει φορτώναμε τον Σκαμπαβία με τις ελιές και πίσω πριν σκοτεινιάσει εντελώς και δεν βλέπουμε. Το Πάσχα συνήθως δεν είχε επείγουσες αγροτικές δουλειές και με είχε κάπως λάσκα εκτός από καμιά μέρα για παρέα στο κλάδεμα έτσι για να μην ξεχνιέμαι. Το καλοκαίρι ήμουν απαραίτητος στο πότισμα απλά για να βλέπω μη και ξεφύγει το νερό και όταν ξετινάχτηκα λιγάκι για να ετοιμάζουμε μαζί τις δέσεις στις αυλακιές που έφτιαχναν στην αρχή τα βόδια και αργότερα το τρακτέρ. Το καλοκαίρι επίσης στο κόψιμο του τρυφυλλιού τόσο στην Καπασιά στην βάλτα όσο και στου Αϊ Δήμα για να μαζεύω το κομμένο χορτάρι με το δικράνι μέσα στην κάσσα για να γίνουν οι μπάλλες και αργότερα στα πρώτα χρόνια του Γυμνασίου για να μεταφέρω το χορτάρι στις Καλύβες με τον γάϊδαρο φορτωμένο. Το πότισμα των λιόδεντρων στο περιβόλι του Αϊ Δημήτρη ήταν η πιο συνηθισμένη δουλειά. Κατέβαινα από το Καζαβήτι καβάλα στον Σκαμπαβία μέχρι εκεί, έμενα κανά δυό ώρες μέχρι να αλλάξω το λάστιχο σε ορισμένα δένδρα που εκείνος είχε κάνει λάντες και μετά πίσω το μεσημέρι. Σπάνια να πάμε στο βουνό για να κόψει ελιόσκαλα, μια φορά κάθε δυό τρία χρόνια αλλά τον ακολουθούσα πάντα συνδυάζοντας την εκδρομή με τα σαλιτάρια στο Αχλαδούλι αν είχε νερό φυσικά.

Όταν άρχισα να καταλαβαίνω και να ρωτάω άρχιζε τις ιστορίες για τα παλιά και το πώς ήταν η ζωή τα χρόνια εκείνα, τις ιδιοτροπίες του σαν παιδί στο φαγητό, τις περιπέτειες στο βουνό σαν αντάρτης, τις περιπέτειες στο στρατό και τον πόλεμο, τα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης, τα ανέμελα παιδικά χρόνια με τις βουτιές στους οβρούς στα λαγκάδια της περιοχής, τις αρρώστειες του μετά τον πόλεμο, τις δυσκολίες στην κατοχή και ότι άλλο του ερχόταν στο μυαλό. Εγώ τον άκουγα με ανοιχτό το στόμα, ρουφώντας τις πληροφορίες και μαθαίνοντας καινούρια πράγματα. Δυστυχώς ήμουν πολύ μικρός και ελάχιστα αποσπασματικά πράγματα θυμάμαι ακόμα. Αργότερα, όταν μεγάλωσα αρκετά, ούτε εκείνος μιλούσε πολύ, ούτε και εγώ είχα χρόνο για πολλές κουβέντες.

Τον πατέρα μου τον θυμάμαι πάντα λιτοδίαιτο, χωρίς να καπνίζει ποτέ, χωρίς να πίνει σχεδόν ποτέ-σπάνια κανένα ούζο στις γιορτές-, μετρημένο στα λόγια, με ένα χαμόγελο στα χείλη, αλλά πάντα κουρασμένο από την δουλειά. Το καφενείο ήταν στο πρόγραμμα όταν δεν ήταν πολύ κουρασμένος τον χειμώνα και πάντα το καλοκαίρι. Στο καφενείο σχεδόν ποτέ δεν έπαιζε χαρτιά, σπάνια κανένα τάβλι και τις περισσότερες φορές χάζευε τους μανιώδεις παίκτες της πρέφας και του μπιλότ.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η καπναποθήκη Meyer

Πρωτομαγιά στο Δασύλλιο με τον φακό του Δημητράκη Παπάνθιμου

Στο στρατό...

Κόντρες...

Το σπίτι στις Καλύβες

Περί βάσεων και εισακτέων...

Στην ουρά ....για 60 ευρώ

Η πανδημία και η αντιμετώπισή της... μια προσωπική κριτική ματιά

Σχολικές γιορτές για την 25η Μαρτίου